Παρασκευή 24 Απριλίου 2009

Εις θάνατον!



Η αίθουσα του δικαστηρίου κατάμεστη με κόσμο ήταν. Στο ακροατήριο κάθε λογής άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες, μεροκαματιάρηδες μα και άτομα της "υψηλής κοινωνίας" περίμεναν τους δικαστές να ανέβουν στα έδρανά τους για να αρχίσει η δίκη. Ακόμα και παιδιά είχαν φέρει κάποιοι γονείς, για να μαθαίνουν!.. Μια συνεχής βοή ερχόταν από τους διαδρόμους του μεγάρου. "Πηγαδάκια" εδώ κι εκεί ανθρώπων που προσπαθούσαν να προβλέψουν το αποτέλεσμά της. Μιας δίκης που εδώ και μέρες απασχολούσε τα ΜΜΕ και την ευρύτερη κοινωνική γνώμη. Ξαφνικά ένα καμπανάκι χτύπησε και η φωνή του κλητήρα ακούστηκε...

- Ησυχία στο ακροατήριο, άρχεται η συνεδρίασις!!

Οι παρευρισκόμενοι, που τόση ώρα όρθιοι περίμεναν, μπήκαν στην αίθουσα και έκατσαν στις θέσεις τους. Μερικοί ακόμα ψίθυροι εδώ κι εκεί, λίγο πριν η πόρτα πίσω από τα δικαστικά έδρανα ανοίξει, κι έπειτα σιωπή. Οι δικαστές άρχισαν να βγαίνουν κι ένας ένας να παίρνουν τις θέσεις τους. Όταν όλοι τους έκατσαν η φωνή του κλητήρα ακούστηκε, ακόμα μια φορά, να αναγγέλει την είσοδο του Προέδρου του δικαστηρίου. Με μιας όλοι σηκώθηκαν και έμειναν όρθιοι ως τη στιγμή που εκείνος κάθισε.

Έδειχνε σοφός μα κάτι χαλούσε την εικόνα του. Κάτι ήταν που έκανε τους άλλους να τον φοβούνται, μα κανείς ποτέ δε μπόρεσε να καταλάβει τί. Φόρεσε τα γυαλιά του, κοίταξε για ένα λεπτό τα χαρτιά της δικογραφίας που είχε μπροστά του κι έπειτα είπε:

- Να προσέλθει η κατηγορουμένη!

Μια πόρτα άνοιξε στα αριστερά της αίθουσας και από μέσα βγήκαν έξι ένστολοι. Οι τέσσερις από αυτούς στάθηκαν δεξιά κι αριστερά από την καρέκλα όπου η κατηγορουμένη θα καθόταν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενώ οι άλλοι δύο στάθηκαν πίσω της αφού πρώτα την έβαλαν στη θέση της. Με την είσοδό της τα φλας των φωτογράφων άστραψαν και οι ψίθυροι ακόμα μια φορά φούντωσαν καθώς το ακροατήριο άρχισε να σχολιάζει την εμφάνισή της.

Σε τίποτα δεν έμοιαζε με εγκληματία κι όμως σαν τέτοια δικαζόταν σήμερα. Καστανή, γύρω στα τριάντα, είχε μια ηρεμία στην έκφρασή της που έκανε σε όλους εντύπωση. Δεν έμοιαζε να φοβάται ιδιαίτερα για το τι είχε να αντιμετωπίσει εκεί μέσα, μόνο τα μάτια της, εκείνα τα τεράστια καταπράσινα μάτια, ήταν κόκκινα και πρησμένα σα να έκλαιγε ώρες πολλές πριν διαβεί το κατώφλι του δικαστηρίου.

Ο Πρόεδρος κοίταξε ακόμα μια φορά τα χαρτιά του και της απευθύνθηκε:

- Χμμ.. Είναι πολύ σοβαρές οι κατηγορίες σας δεσποινίς μου, το γνωρίζετε;

Εκείνη με σκυμμένο το κεφάλι έγνεψε καταφατικά.

- Κι απ' ότι βλέπω αρνηθήκατε την παρουσία συνηγόρου υπεράσπισης. Μήπως αλλάξατε γνώμη;

"Όχι" έγνεψε εκείνη...

- Μάλιστα... οπότε δε βλέπω το λόγο γιατί να καθυστερούμε άλλο. Θα ξεκινήσω διαβάζοντάς σας το κατηγορητήριο. Να σας ενημερώσω πως όλα τα στοιχεία, που εδώ και μέρες εγώ και οι συνεργάτες μου μελετάμε, όλα δείχνουν την ενοχή σας. Παρ' όλα αυτά έχετε το δικαίωμα να προχωρήσετε σε έφεση αν θεωρήσετε πως η απόφασή μας σας αδικεί... Λοιπόν, ξεκινώ...

Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια της και στο ξύλινο πάτωμα έπεσε. Μα κανείς δεν το πρόσεξε...

- Κατηγορήστε πως ερωτευθήκατε!
- Κατηγορήστε πως αγαπήσατε παράφορα!
- Κατηγορήστε πως κάνατε όνειρα για μια ζωή διαφορετική, όμορφη!
- Κατηγορήστε πως δεν ντραπήκατε να δηλώσετε όλα τα παραπάνω!
- Κατηγορήστε πως, όταν σας ζητήθηκε, κάνατε υπομονή!
- Κατηγορήστε πως δεν αντέξατε να υπομένετε όσο σας ζητήθηκε!
- Κατηγορήστε πως συγχωρέσατε λάθη που σας πλήγωσαν πολύ!
- Κατηγορήστε πως, κι εσείς, κάνατε λάθη στην προσπάθεια να πραγματοποιήσετε όλα αυτά που αποκαλείτε "όνειρα σας"!
- Και, τέλος, κατηγορήστε πως μετανιώσατε για όλα σας τα λάθη και ζητήσατε μια ευκαιρία να επανορθώσετε και να συνεχίσετε να ονειρεύεστε!

Η κατηγορουμένη σήκωσε το κεφάλι και το βλέμμα της καρφώθηκε σ' εκείνο του Προέδρου που μόλις είχε ολοκληρώσει την ανάγνωση του κατηγορητηρίου.

- Λοιπόν κατηγορουμένη, τί έχεις να δηλώσεις;

Αυτή τη φορά όλοι είδαν το δάκρυ στην άκρη των ματιών της, ένα δάκρυ που, σε αντίθεση με όλα τα προηγούμενα, ποτέ δεν κύλησε. Εκείνη χαμογέλασε και με δυνατή φωνή, δίχως φόβο κανένα, είπε:

- ΕΝΟΧΗ!!

Ο Πρόεδρος χαμογέλασε με ικανοποίηση, έβγαλε τα γυαλιά του και της απευθύνθηκε ξανά.

- Αναγνωρίζεις λοιπόν την ενοχή σου. Ωραία! Γνωρίζεις όμως πως για τις εν λόγω κατηγορίες δεν υπάρχουν ελαφρυντικά, ούτε καν εκείνο της παραδοχής της ενοχής; Γνωρίζεις τί σημαίνει αυτό κορίτσι μου;
- Ναι! "Εις θάνατον!" αυτό σημαίνει... απάντησε εκείνη.
- Μήπως θέλεις να αλλάξεις τη δήλωσή σου; Επιθυμείς μήπως να προχωρήσεις σε έφεση της αποφάσεως;
- ΕΝΟΧΗ! Αυτό δηλώνω και δεν το παίρνω πίσω. ΕΝΟΧΗ!
- Πολύ καλά λοιπόν. Διακόπτουμε για πέντε λεπτά εως ότου το σώμα του δικαστηρίου συσκεφθεί για να αποφασίσει με ποιο τρόπο θα εκτελεσθεί η ποινή σου...

Πέντε λεπτά, ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω δε χρειάστηκε για να βγει η οριστική απόφαση. Οι δικαστές επέστρεψαν και ο Πρόεδρος ανακοίνωσε με ποιο τρόπο θα γινόταν η εκτέλεση. Είχαν πολλές επιλογές πάνω σ' αυτό το ζήτημα, πάρα πολλές... Θεώρησαν όμως πως η περίσταση απαιτούσε κάτι θεαματικό, κάτι που είχε πολλά χρόνια να γίνει. Κάτι που θα ήταν ότι καλύτερο ώστε να παραδειγματιστούν και όσοι άλλοι θα τολμούσαν να σκεφτούν έστω να πράξουν με τρόπο ανάλογο στο μέλλον.

Η λαιμητόμος στήθηκε γρήγορα στο κέντρο της πλατείας μπροστά από το δικαστικό μέγαρο. Ο κόσμος, που πριν βρισκόταν εντός της αίθουσας, τώρα ήταν έξω και μαζί μ' αυτούς κι άλλοι πολλοί που έμαθαν για την απόφαση από τα έκτακτα δελτία ειδήσεων και πήγαν για να ...απολαύσουν το θέαμα. Κάμποσοι ένστολοι βρίσκονταν επίσης εκεί για να ελέγχουν το πλήθος. Σε μισή ώρα όλα θα ήταν έτοιμα.

Στο γραφείο του Προέδρου η γραμματέας ετοίμαζε τα τελευταία έγγραφα, εκείνα που θα έδιναν το πράσινο φως για να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Ο Πρόεδρος κοιτούσε από το παράθυρο το πλήθος που ήταν μαζεμένο γύρω από την πλατεία και τα μάτια του έλαμπαν από ικανοποίηση. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε κι ένας από τους υποτακτικούς του μπήκε μέσα.

- Πρόεδρε είμαστε έτοιμοι!
- Ωραία! Τα χαρτιά είναι πάνω στο γραφείο, πάρτα και ξεκινήστε. Και όπως είπαμε, έτσι;
- Ναι Πρόεδρε, όπως ακριβώς είπαμε, μην ανησυχείς για τίποτα...

Η κατηγορουμένη βγήκε από το κτίριο συνοδεία των έξι φρουρών που στιγμή δεν την άφηναν από κοντά τους. Με αργό βήμα πλησίασε τη λαιμητόμο, το βωμό της θυσίας της, αγέρωχη, με το κεφάλι ψηλά. Το πλήθος έβγαζε άναρθρες κραυγές ικανοποίησης, διψούσαν για αίμα, το δικό της αίμα. Τρια σκαλιά τη χώριζαν από το θάνατο, τα ανέβηκε και στάθηκε μπροστά από το δήμιό της. Εκείνος πήγε να της φορέσει μια μαύρη κουκούλα μα δεν τα κατάφερε. Ήθελε να βλέπει φως πριν, μια για πάντα, στο σκοτάδι χαθεί.

- Η εκτέλεση έχει οριστεί να ξεκινήσει σε πέντε λεπτά από τώρα, αμέσως μόλις η καμπάνα σημάνει επτά. Έχεις κάποια τελευταία επιθυμία, θέλεις να δηλώσεις κάτι;

"Ναι" έγνεψε εκείνη και μόλις ο δήμιος της έδωσε το ελεύθερο φώναξε με όση δύναμη είχε απομείνει μέσα της:

- Σ' ΑΓΑΠΑΩ! Τ' ΑΚΟΥΣ; Σ' ΑΓΑΠΑΩ!...

Η ηχώ της φωνής της ταξίδεψε στους δρόμους της πόλης, βγήκε έξω από αυτήν και έφτασε μέχρι τις πιο ψηλές βουνορφές, μέχρι την άκρη του ορίζοντα, εκεί που Ουρανός και Θάλασσα γίνονταν ένα... Στο δικαστικό μέγαρο ράγισαν τα κρύσταλα των παραθύρων. Και ο Πρόεδρος, που χωμένος βρισκόταν στην αναπαυτική μπερζέρα του, αναφώνησε όλο ευτυχία τρίβοντας τα χέρια του "Υπέροχα! Υπέροχα!".

Ένα σφύριγμα ακούστηκε καθώς η λεπίδα έσκιζε τον αέρα, ένας γδούπος κι έπειτα τίποτα. Σιωπή... Το πλήθος κοίταζε απογοητευμένο, δε μπορούσε να πιστέψει σ' αυτό που αντίκριζε. Το αίμα, εκείνο το αίμα που ανυπομονούσαν να δουν δεν έτρεξε ποτέ. Ούτε μια στάλα κόκκινη. Μόνο ένα υγρό διάφανο, σα νερό, σα δάκρυ, και μια ευωδιά σα να βρισκόσουν σε ένα δάσος ανθισμένες λεμονιές. Οι φρουροί πήραν το άψυχο κορμί. Όλα είχαν τελειώσει. Επιστροφή στη βαρετή καθημερινότητα...

Ο υποτακτικός του Προέδρου μπήκε στο γραφείο ξανά, αυτή τη φορά κρατώντας σφιχτά στα χέρια του και με μεγάλη προσόχη ένα μικρό κουτί.

- Όλα όπως τα ζήτησες Πρόεδρε. Εδώ στο 'χω...

Εκείνος άπλωσε τα χέρια και πήρε το κουτάκι. Το έφερε κοντά στο πρόσωπό του και το άνοιξε σιγά σιγά, όσο προσεκτικότερα μπορούσε, έριξε μια κλεφτή ματιά μέσα, για να το κλείσει αμέσως πάλι πριν το φυλάξει μέσα στην τσάντα που πάντα μαζί του κουβαλούσε.

- Πες στον οδηγό μου να ετοιμάσει το αυτοκίνητο. Κατεβαίνω και ξεκινάμε για το σπίτι.

Στο δρόμο δε μίλησε καθόλου, σκεφτικός καθόταν, κοιτούσε την τσάντα και χαμογελούσε. Δεν άργησαν να φτάσουν. Γρήγορα κατέβηκε από το αμάξι και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό του. Μπήκε μέσα, άνοιξε ένα ντουλάπι και πήρε ένα γυάλινο βαζάκι. Είχε κάμποσα τέτοια εκεί μέσα, όλα με βιδωτό κούμπωμα, σαν κι εκείνα που οι γυναίκες χρησιμοποιούν στην κουζίνα τους για να φυλάνε αποξηραμένα μυρωδικά. Έπειτα άνοιξε ένα συρτάρι, πήρε ένα κλειδί και βγήκε από το δωμάτιο. Με βήμα γοργό κατευθύνθηκε σε ένα δωμάτιο που βρισκόταν λίγα βήματα πιο πέρα. Ξεκλείδωσε και μπήκε μέσα.

Ήταν ένα δωμάτιο παράξενο. Όλοι οι τοίχοι γεμάτοι βιβλιοθήκες μα πουθενά κανένα βιβλίο. Αντίθετα όλα σχεδόν τα ράφια ήταν γεμάτα από βαζάκια γυάλινα σαν κι αυτό που πριν λίγο είχε πάρει από το δωμάτιό του. Εκατοντάδες βαζάκια, όλα άδεια... Παράθυρο είχε μόνο ένα και κουρτίνες μαύρες, από ύφασμα βαρύ, το πλαισίωναν. Τώρα ήταν στην άκρη τραβηγμένες για να φωτίζει λιγάκι το δωμάτιο. Και στη μέση μια πολυθρόνα κι ένα τραπεζάκι με ένα μπουκάλι κονιάκ κι ένα ποτήρι.

- Πατέρα; ακούστηκε μια φωνή πίσω από την πόρτα.
- Έλα Γιέ μου, πέρασε μέσα.
- Σίγουρα Πατέρα; Ποτέ πριν δε μου επέτρεψες να μπω εδώ.
- Πέρασε είπα, έλα, θέλω να δεις κάτι.

Γύρω στα δεκαπέντε θα 'τανε, ψηλό παιδί, αδύνατο, με ένα πρόσωπο γλυκό, αθώο, όμορφο. Σε τίποτα δε θύμιζε τον πατέρα του. Στάθηκε δίπλα του και τον κοίταξε με απορία.

- Τί είναι όλα αυτά τα βαζάκια Πατέρα; Και γιατί είναι όλα άδεια;
- Μη βιάζεσαι Γιέ μου, κάθε πράγμα στον καιρό του. Πρώτα πες μου, έμαθες τι υπόθεση δίκαζα σήμερα;
- Ναι Πατέρα, έμαθα.
- Και έμαθες τι απόφαση πάρθηκε;
- Ναι, εις θάνατον, στη λαιμητόμο. Άκουσα μάλιστα πως έγινε και κάτι παράξενο.
- Ναι ε; Τι ακριβώς;
- Δεν είδε κανείς αίμα, μόνο νερό, και μύριζε παντού λεμόνι...
- Έτσι ακριβώς Γιέ μου, συμβαίνει καμιά φορά κι αυτό.
- Μα γιατί συνέβη, ξέρεις εσύ Πατέρα;
- Ναι μικρέ, ξέρω. Γι' αυτό σε άφησα να μπεις σήμερα εδώ, για να μάθεις κι εσύ. Βλέπεις αυτό εδώ το κουτάκι; Έχει μέσα κάτι πολύτιμο, κάτι που σπάνια βρίσκεις πια όσο κι αν ψάχνεις. Έχει μια Ψυχή...
- Ψυχή; Τι εννοείς Πατέρα; Πως είναι δυνατό να χωρέσει μια Ψυχή σε ένα τόσο δα κουτάκι;
- Κι όμως αγόρι μου, χωράει. Γιατί η Ψυχή δε μετριέται με κιλά ή μέτρα. Η Ψυχή μετριέται από την ικανότητά της να Αγαπάει. Έτσι μετριέται. Φέρε μου τώρα εκείνο το άδειο βαζάκι από το τραπεζάκι.
- Μα όλα άδεια είναι Πατέρα.
- Δεν είναι, τώρα θα δεις.

Ο νέος έδωσε στον πατέρα του το βάζο, αφού πρώτα το άνοιξε, κι εκείνος, με μεγάλη προσοχή ακούπησε το κουτάκι στο στόμιο και, με γρήγορες κινήσεις, βίδωσε το καπάκι όσο πιο σφιχτά μπορούσε.

- Πατέρα δεν καταλαβαίνω...
- Θα καταλάβεις. Κλείσε τις κουρτίνες...
- Ν' ανάψω πρώτα ένα φως, θα σκοτεινιάσει αν τις κλείσω.
- Κάνε αυτό που σου είπα και τίποτα άλλο.

Με μια κίνηση οι κουρτίνες έκλεισαν και τότε ο μικρός με έκδηλη την έκπληξη στο πρόσωπό του είπε:

- Πατέρα... είναι υπέροχο!
- Ναι Γιέ μου, είναι...
- Τόσο Φως!
- Οι Ψυχές Γιέ μου... οι Ψυχές που ξέρουν ν' Αγαπούν δε σβήνουν ποτέ. Αιώνια υπάρχουν για να φωτίζουν τα σκοτεινά μονοπάτια της ζωής και να βοηθούν τις άλλες, τις Χαμένες, το δρόμο τους να βρίσκουν.
- Μα αν είναι κλεισμένες στο βαζάκι πως θα βοηθήσουν Πατέρα;
- Ανόητες ερωτήσεις. Απλά δε θα βοηθήσουν. Και ξέρεις γιατί; Γιατί εδώ μέσα μαζεύω μόνο τις Ψυχές που μάταια προσπάθησαν, τις Ψυχές που πληγώθηκαν προσπαθώντας. Να μην ανησυχείς λοιπόν, είναι καλύτερα εδώ, είναι ασφαλείς εδώ...

Ο μικρός προσπαθούσε να καταλάβει μα ήταν αδύνατο. Αν οι Ψυχές φυλακισμένες είναι δε μπορούν κανένα να βοηθήσουν, είτε το θέλει, είτε όχι. Δεν είναι σωστό να είναι φυλακισμένες, όχι! Μα αυτό δεν το είπε στον πατέρα του. Όχι, δεν έπρεπε να του το πει...

Το ίδιο βράδυ ο μικρός τρύπωσε στο δωμάτιο των γονιών του, άνοιξε το συρτάρι, πήρε το κλειδί και πήγε όσο πιο αθόρυβα γινόταν στο δωμάτιο των Ψυχών. Το Φως τους, διάχυτο παντού στο χώρο, να σε υπνωτίσει μπορούσε. Πλησίασε το παράθυρο και αφού το άνοιξε άρχισε να ανοίγει ένα ένα τα βαζάκια. Οι Ψυχές ξεχύθηκαν με δύναμη και ένα φωτεινό πέπλο τύλιξε το σπίτι. Κι έπειτα χάθηκαν μακριά φωτίζοντας τα μονοπάτια, αναζητώντας Χαμένες Ψυχές να βοηθήσουν. Κι η πλάση μυρωδιές γέμισε... γιασεμί, ευκάλυπτος, βασιλικός, τριαντάφυλλο, λεμόνι!...

Σε λιγάκι ξημέρωσε. Στο σπίτι του Προέδρου όλοι κοιμόντουσαν ακόμη. Ώσπου μια αγωνιώδης κραυγή έσκισε τη σιωπή κι όλους τους σήκωσε στο πόδι...

- ΟΧΙΙΙ!!!...




ΤΕΛΟΣ

Παρασκευή 17 Απριλίου 2009

Αγάπα με...


Ανήμπορη να γράψω αυτές τις μέρες -καλώς ή κακώς συμβαίνει κι αυτό- επέλεξα γι' απόψε ένα κείμενο του φίλου μου του Μάκη. Σ' ευχαριστώ φιλαράκι, ήταν ότι πρέπει για μια νύχτα που δε λέει να περάσει...

Αγάπα με...

Να με Αγαπάς γι αυτό που Είμαι,
Όχι για εκείνο που θα ήθελες να Είμαι.
Έτσι θα Είμαι Πάντα Αληθινός !

Να με Αγαπάς για Όλα αυτά που σου Δίνω,
Όχι για εκείνα που λες ότι σου Στερώ.
Έτσι θα Εκτιμάς την Προσπάθειά Μου !

Να με Αγαπάς για Όλα αυτά που σου Λέω,
Όχι για εκείνα που ακόμα Δεν έχω Πει.
Έτσι θα Ακούς Λόγια Καρδιάς κ Ψυχής !

Να με Ακούς Πραγματικά όταν σου Μιλάω,
Όχι Στείρα και Eθελοκωφεύοντας.
Έτσι θα Μοιράζεσαι τις Σκέψεις Μου !

Να με Αγκαλιάζεις κ να με Φιλάς με Πάθος,
Όχι από Υποχρέωση μα από Επιθυμία.
Έτσι θα Νιώθω Ασφαλής κ Σίγουρος !

Να μου Μιλάς κ να με Κοιτάς στα Μάτια,
Όχι για να με Μαλώνεις μα για να σε Νιώσω.
Έτσι θα Ξέρω ότι Είμαστε Ένα !

Να με Κάνεις να Δακρύζω κ να Κλαίω,
Όχι από Πόνο κ Πίκρα μα από Χαρά κ Ευτυχία.
Έτσι θα Ζω Πλήρης από Αγάπη !

Κ τέλος όταν Ακούς αυτό Τραγούδι να Είμαι μια Θύμηση...


"Να με Προσέχεις
Γιατί έχω πέσει Χαμηλά,
Έχω πέσει Χαμηλά,
Μάτια μου Γλυκά,
να με Αντέχεις.

Να με Προσέχεις,
μέχρι να Σηκωθώ ξανά,
Λίγο ακόμα Μοναχά,
Μάτια μου Γλυκά,
να με Αντέχεις.

Να με Προσέχεις...."


Γιατί ....
Έχω Εσένα κ Έχεις Εμένα ...
κ Μόνο...

Αφιερωμένο σε όποιον αγγίζει...


Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

Αυτοβιογραφία...


Οι ζωές μας έχουν πολλές διακυμάνσεις κατά καιρούς. Κάποιες στιγμές είμαστε ευτυχισμένοι και κάποιες άλλες δε μπορούμε να ξεφύγουμε από τη θλίψη, τη δυστυχία.

Στη ζωή μου οι δυστυχισμένες στιγμές υπήρξαν ανέκαθεν περισσότερες. Από τις πρώτες μου μνήμες εως και σήμερα η πίκρα ήταν το συχνότερό μου βίωμα. Πάντα ένιωθα μόνη, αποκομμένη απ' όλους κι απ' όλα και, δυστυχώς, δεν ήταν της φαντασίας μου.

Στην οικογένειά μου ένιωθα ξένη αρκετά συχνά, κάποιες φορές ακόμα κι ανεπιθύμητη. Ο πατέρας μου ήθελε αγόρι να είναι το πρώτο του παιδί και δεν δοκίμαζε ούτε καν να το κρύψει. Η μητέρα μου πάλι είχε μια έκδηλη αδυναμία προς τη μικρότερη αδερφή μου και ούτε κι εκείνη μπορούσε να το κρύψει.

Σαν παιδί παρέες δεν είχα. Με ύψος 1.80μ. από την έκτη του δημοτικού, λίγα κιλάκια παραπάνω για να μην αισθάνομαι ενοχές που ..."τα παιδάκια στην Αιθιοπία πεινάνε" και άριστες επιδόσεις στα μαθήματα, δεν ήμουν και η δημοφιλέστερη. Το αντίθετο μάλλον συνέβαινε... Έτσι, ακόμα και οι λίγες φίλες που είχα, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, με έκαναν παρέα για να μπορούν να αντιγράφουν σε κάποιο διαγώνισμα ή να λύνουν δίχως κόπο κάποια άσκηση που πιθανόν τις δυσκόλευε.

Η ανάγκη μου για ανθρώπινη επαφή όμως υπήρχε. Η ανάγκη για αγάπη, αποδοχή, συμπάθεια πραγματική και όχι από συμφέρον, δεν έπαυε να υπάρχει και συχνά να με τυραννάει. Κι όλο κλεινόμουν στον μικρόκοσμο του εαυτού μου με μόνη μου διέξοδο την ενασχόλησή μου για αρκετά χρόνια με το στίβο.

Το όνειρο που εκείνη την εποχή είχα αφορούσε τον αθλητισμό. Έπειτα από πολλή δουλειά και σκληρή προσπάθεια είχα καταφέρει να συναγωνίζομαι άτομα που ο πρωταθλητισμός ήταν η ζωή τους. Τι πιο φυσικό λοιπόν για μένα από το να επιλέξω ως επάγγελμα εκείνο της γυμνάστριας. Δυστυχώς ακόμα κι εδώ η τύχη δεν ήταν με το μέρος μου.

Στην πενταήμερη ήμουν, στην πρώτη μου νύχτα στη Θεσσαλονίκη, όταν έπαθα ρήξη συνδέσμου στον αστράγαλο. Οι πόνοι αφόρητοι μα άντεξα μια ολόκληρη νύχτα προκειμένου να μη χαλάσω τη βραδιά των υπολοίπων. Το επόμενο πρωί επισκέφθηκα ένα ιδιωτικό ορθοπεδικό ιατρείο και, αφού με εξέτασε ο γιατρός, μου συνέστησε "ειδική αγωγή" για την κατάστασή μου και με παρέπεμψε να επισκεφθώ το δικό μου γιατρό στην Κρήτη αν ο πόνος επέμενε έπειτα από την ολοκλήρωσή της. Όταν αργότερα χρειάστηκε να με δει ο γιατρός μου πληροφορήθηκα πως δεν είχα πάρει τη σωστή αγωγή, καθώς η διάγνωση είχε γίνει με μια απλή ψηλάφιση της τραυματισμένης περιοχής. Με λίγα λόγια, θα έπρεπε να έχω βάλει γύψο από την πρώτη στιγμή και όχι να περπατάω ελεύθερα με τη βοήθεια των ισχυρών παυσίπονων. Τρεις μήνες αργότερα έδωσα εξετάσεις δίχως αποτέλεσμα μιας και το πόδι μου εξακολουθούσε να είναι ασταθές.

Την ίδια περίπου εποχή τόλμησα να ερωτευθώ, να πληγωθώ κι έπειτα να δοκιμάσω ξανά με κάποιον που έδειχνε να ενδιαφέρεται για εμένα κι όχι για τους βαθμούς που έφερνα στο σχολείο. Το αίσθημα της αποδοχής, της επιβεβαίωσης, τα όνειρα για ένα αύριο με αγάπη, ίσως και μια οικογένεια, με έφεραν πολύ γρήγορα στα σκαλιά της εκκλησίας, ντυμένη νυφούλα. Ήμουν εικοσιενός χρονών.

Παρέμεινα παντρεμένη εννιά χρόνια, στο διάστημα των οποίων απέκτησα παιδιά αλλά και πολλές άσχημες εμπειρίες μέσα στις οποίες υπήρχε η επαναλαμβανόμενη απιστία, το κοινώς λεγόμενο "κέρατο", αλλά και οι συχνοί και έντονοι καβγάδες οι οποίοι συνήθως κατέληγαν σε έντονες βιαιοπραγίες εις βάρος μου.

Έζησα πολλά χρόνια ρίχνοντας όλες τις ευθύνες πάνω μου για τα όσα ζούσα. Πίστευα πως ήμουν άσχημη, ανίκανη, ανάξια και πως άξιζα κάθε τιμωρία από τον τότε "σύντροφό" μου.

Για χάρη της οικογένειας, για χάρη των παιδιών, αλλά και γιατί φοβόμουν πως δε θα είχα τις δυνάμεις να ανταπεξέλθω σε ένα διαζύγιο ή στα ..."λόγια του κόσμου", έμενα εγκλωβισμένη σε ένα γάμο που με ωθούσε ολοένα και περισσότερο στο σκοτάδι.

Κατέληξα να παίρνω αντικαταθλιπτικά για να ηρεμώ και να μην έχω ασταμάτητους πονοκεφάλους για μέρες. Τα "λίγα κιλά παραπάνω" έγιναν υπερβολικά πολλά και έπαψα να ενδιαφέρομαι για τον εαυτό μου. Αφέθηκα στο αδιέξοδό μου και έμεινα εκεί. Για πολύ καιρό...

Και καθώς ο χρόνος περνούσε θέλησα, ενοχοποιώντας ακόμα μια φορά τον εαυτό μου, να κάνω κάτι για να "σώσω" το γάμο μου. Αποφάσισα να αλλάξω! Εμφάνιση κυρίως αλλά και συμπεριφορά. Ήθελα να πιστεύω πως θα μπορούσα να ξανακερδίσω τη ζωή μου και να έχω μια οικογένεια φυσιολογική. Και τα κατάφερα, μέχρι ενός σημείου τουλάχιστον...

Κατάφερα να αδυνατίσω, άλλαξα τρόπο ντυσίματος, απέκτησα αυτοπεποίθηση και μαζί με όλα αυτά μερικούς ακόμα μώλωπες καθώς ως "χοντρή" ήμουν "αηδιαστική" και ως αδύνατη ήμουν η "τσούλα", η "πουτανά" και μερικά ακόμα καλολογικά επίθετα που καλό θα ήταν να μην αναφέρω.

Κάπου εκεί ξεχείλισσε το ποτήρι μου και αποφάσισα πως όλα ήταν ανώφελα εξ' αρχής. Δεν υπήρχε αγάπη, ποτέ δεν υπήρξε. Άδικα όλα, εκτός ίσως από το ότι με όλα όσα έζησα απέκτησα δυνάμεις, ατσαλώθηκα με κάθε δυνατό τρόπο. Και πάλι όμως δεν έφυγα...

Το διαζύγιο ήρθε λίγο αργότερα, επιλογή όχι δική μου αρχικά καθώς δεν ήμουν εγώ εκείνη που εγκατέλειψα τη "συζυγική στέγη". Λίγες μέρες πριν κλείσουν τα σχολεία ήταν θυμάμαι όταν έλαβε χώρα ένας ακόμα καβγάς, περισσότερο βίαιος από ποτέ, η πόρτα άνοιξε κι έμεινα μόνη με τα παιδιά μου. Αυτή τη φορά όμως δε σκέφτηκα τίποτα, ξεκίνησα τις διαδικασίες του διαζυγίου, άλλαξα σπίτι, αν και είχα κάθε δικαίωμα να μείνω στο μέχρι τότε σπίτι μου, δούλεψα σαν το σκυλί - ίσως και περισσότερο κάποιες φορές - και τα κατάφερα.

Βοήθεια ακόμα και σήμερα δεν έχω από κανένα. Ο πρώην μου αρνείται να καταβάλλει το ποσό των 400€ το μήνα για τη διατροφή των παιδιών και η οικογένειά μου δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να με στηρίξει οπότε όλα είναι υπό την ευθύνη μου. Προβλήματα κατά καιρούς έχω ακόμα μαζί του αλλά πλέον πατάω στα πόδια μου και ξέρω με ποιον τρόπο να τον αντιμετωπίσω. Ακόμα όμως κι όταν χρειάστηκα βοήθεια, στα πρώτα μου τότε βήματα προς την ανεξαρτησία, την αρνήθηκα πεισματικά από όποιον κι αν προερχόταν. Ήθελα να μάθω να "κολυμπάω" στα βαθιά, στη φουρτούνα, κι όχι να πιαστώ από ένα "σωσίβιο" που ίσως κάποτε χανόταν από τη ζωή μου. Και έμαθα...

Μόνιμη δουλειά δεν έχω, λίγο από τουρισμό το καλοκαίρι παράλληλα με τριήμερα σε ένα κέντρο διασκέδασης. Όσο για το χειμώνα, ταμείο ανεργίας παράλληλα με τα προαναφερθέντα τριήμερα. Δύσκολα τα πράγματα αλλά δεν παραπονιέμαι καθώς τα καταφέρνω καλύτερα από πολλούς άλλους που μόνη τους ευθύνη είναι ο εαυτός τους.

Το μέλλον μου δε γνωρίζω ποιο θα είναι. Ποιος μπορεί να πει πως γνωρίζει κάτι τέτοιο; Ίσως κάπου στην πορεία της ζωής μου να στραβώσουν όλα και να μη μπορώ να ανταπεξέλθω πλέον, ίσως πάλι και όχι. Ίσως έρθει μια μέρα που θα νιώσω πως "όσα κι αν πέρασα χαλάλι" μπροστά στην ευτυχία που θα μπορώ πλέον να αισθάνομαι. Κι ίσως στεγνώσουν τα δάκρυα που ταλαιπωρούν τα μάτια μου. Ίσως...

Ένα όνειρο έχω πια, λίγο ρομαντικό - εως πολύ θα έλεγαν κάποιοι - μα αυτό είναι κι εύχομαι να έχω την ευκαιρία να δοκιμάσω να το πραγματοποιήσω. Ένα σπιτάκι, να βλέπει θάλασσα, κι έναν κήπο γεμάτο λουλούδια, λεμονιές και γιασεμιά, κι όλα του κόσμου τα μυρωδικά... Και στο πλάι μου εκείνον, τον άνθρωπο που στο δρόμο μου βρέθηκε και έδωσε πραγματικό νόημα στη ζωή μου. Να τον αγαπάω και να μ' αγαπάει, να τον φροντίζω, να τον βοηθάω σε ότι χρειάζεται, να νοιάζεται για μένα όσο εγώ για εκείνον. Να ζήσω μαζί του στο δικό μας Παράδεισο, έναν Παράδεισο επί γης, πραγματικό, όχι ιδεατό.

Όνειρα...
Αδύνατο να ζούμε δίχως αυτά. Κι ας το κάνουμε από ανάγκη πολλές φορές. Δε ζούμε πραγματικά, όχι, απλά υπάρχουμε σαν σκιές και χανόμαστε κάθε που πέφτει το σκοτάδι...

Τι μ' έπιασε θα μου πείτε και σας τα λέω όλα αυτά;
Είχα ανάγκη να μιλήσω, να πω αυτά που μπορώ τώρα που μπορώ. Λάθη έχω κάνει πολλά, κάποια τα πληρώνω ήδη, κάποια άλλα θα τα πληρώσω στην πορεία και ίσως να υπάρχουν μερικά που θα τα πληρώνω για το υπόλοιπο της ζωής μου. Ίσως όμως κάποιος άνθρωπος, που σε παρόμοια μ' εμένα βρίσκεται θέση, να διαβάσει αυτήν εδώ την ιστορία και να πάρει στα χέρια του τη ζωή του. Να ζήσει όπως του πρέπει κι όχι όπως οι άλλοι ορίζουν.

Μίκρη η ζωή, τόση όσο ένα όνειρο... Και σε κανέναν δεν αξίζει να τη ζει υπό το καθεστώς οποιασδήποτε βίας, σωματικής ή ψυχολογικής, ή και των δύο αρκετά συχνά. Αξίζει να τη ζούμε όπως ακριβώς είναι. Ένα Όνειρο! Το μεγαλύτερο όλων...

Κι όπως κάποτε έγραψα...

"Μοίρα μου είσαι,
εγώ σε ορίζω,
ΔΕΝ ΤΟ ΞΕΧΝΩ!"


Σάββατο 21 Μαρτίου 2009

Σε λατρεύω!


Γεννήθηκα για να μπορώ
να σ' αγαπώ με πάθος
γι' αυτό ξεχνώ αν χρειαστεί
κάθε δικό σου λάθος...

Κι αν λάθη έκανα κι εγώ
συγχώρεσέ με Φως μου,
θα σε λατρεύω όσο θα ζω,
θα είσ' ο Ουρανός μου...

Ένα απόγευμα θλιμμένο

Για σένανε φοβάμαι...

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2009

Η απουσία ...αγιάτρευτη πληγή


Σε δέσαν' ενοχές του παρελθόντος
σε θάνατου αργόσυρτο ρυθμό
κι αδύνατο φαντάζει να ξεφύγεις,
αφήνεσαι στον άδικο χαμό...

Οι νύχτες σου γεμίσαν εφιάλτες,
σκοτάδι θα σκεπάζει τις στιγμές,
αγάπες, των ονείρων τρομοκράτες,
σε μάθανε να ζεις με εμμονές...

Τώρα ο χρόνος κυνηγά κάθε σου σκέψη,
η απουσία, αγιάτρευτη πληγή,
επιλογές σου που σ' έχουν καταστρέψει
και σ' έθαψαν βαθιά μέσα στη γη...

Κι εμένα, που μαζί σου αργοπεθαίνω,
δε γύρισες να δεις ένα λεπτό,
μ' άφησες, μόνη, εδώ να περιμένω,
σε δάκρυα - πελάγη να βουτώ...

Τώρα ο χρόνος κυνηγά κάθε σου σκέψη,
η απουσία, αγιάτρευτη πληγή,
επιλογές σου που σ' έχουν καταστρέψει
και σ' έθαψαν βαθιά μέσα στη γη...

Σάββατο 7 Μαρτίου 2009

Θάλασσα δίχως Ουρανό...



Θάλασσα δίχως Ουρανό,
νερό σ' ένα κανάτι,
να ξεδιψάσεις δε μπορείς,
γεμάτο είν' αλάτι...

Θάλασσα δίχως Ουρανό,
εικόνα δίχως χρώμα,
μουτζούρα πάνω σε χαρτί,
γλάστρα με δίχως χώμα...

Θάλασσα δίχως Ουρανό,
νύχτα χωρίς αστέρια,
σκοτάδι δίχως τελειωμό,
ζωή μες στη μιζέρια...

Θάλασσα δίχως Ουρανό
αν γίνω, θα πεθάνω,
χωρίς εσένα πλάι μου
να ζω, τί να το κάνω...

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2009

Μελίνα Μερκούρη 1920 - 1994



Μελίνα...

Την χαρακτήρισαν θεά...
Μια θεά που μέσα της έκρυβε το διάβολο...
Και ήταν...

Τη θυμάμαι μέσα από τις ταινίες της...
Σε κάθε ευκαιρία μαζεύω φωτογραφικό υλικό, ταινίες όπου πρωταγωνίστησε...


Τη θαύμασα, τη λάτρεψα, τη ζήλεψα, θέλησα να της μοιάσω...
Για τη δύναμη που ξεχείλιζε από μέσα της,
για την αίσθηση εκείνη της ελευθερίας που έλαμπε στα μάτια της μέσα,
για το πάθος που την χαρακτήριζε σε κάθε της στιγμή...


Πολλά θα ειπωθούν σήμερα για εκείνη...
Πέρασαν κιόλας δεκαπέντε χρόνια από το θάνατό της...
Βιογραφίες της θα αναρτηθούν σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης...
Αφιερώματα στη μνήμη της, ηχητικά ντοκουμέντα, βίντεο από συνεντεύξεις της...

Μα, τελικά, όλο το "είναι" της Μελίνας κρύβεται μέσα σε μία φράση της...

"Γεννήθηκα Ελληνίδα!"


Τρίτη 3 Μαρτίου 2009

Η Αγάπη του Ανθρώπου...


Πάουλο Κοέλο

Σαντιάγο… ο Αλχημιστής!
Ένας άνθρωπος ψάχνει το πεπρωμένο του και μετατρέπει το «κάρβουνο» σε «διαμάντι»… Τότε μου φάνηκε πως, ο χρόνος έμεινε ακίνητος και γιγαντώθηκε μέσα του η Ψυχή του κόσμου.

Την κοίταξε στα μάτια της τα μαύρα και είδε ότι τα χείλη της δίσταζαν ανάμεσα σε ένα χαμόγελο και στην σιωπή κι εκείνη την στιγμή, ο Σαντιάγο , ένιωσε πως, είχε μάθει την γλώσσα που μιλούσε ολόκληρος ο κόσμος, την γλώσσα που, ο καθένας πάνω στην γη, καταλαβαίνει στην καρδιά του.

Ήταν ο έρωτας!
Κάτι πιο αρχαίο από την ανθρωπότητα.
Κάτι πιο αιώνιο από την έρημο.…

Οι γονείς του του έλεγαν πριν ερωτευτεί να γνωρίσει τον άλλον πολύ καλά. Ίσως όμως, όσοι το έλεγαν αυτό, να μην είχαν μάθει ποτέ την παγκόσμια γλώσσα.

Γιατί όταν ξέρεις αυτή την γλώσσα είναι εύκολο να καταλάβεις ότι κάποιος στη μέση της έρημου, ή σε μια μεγάλη πόλη, σε περιμένει…
Κι όταν δυο άνθρωποι συναντιούνται και τα μάτια τους σμίγουν, το παρελθόν και το μέλλον χάνουν την σημασία τους.
Υπάρχει μόνο εκείνη η στιγμή και η απίστευτη βεβαιότητα ότι τα πάντα κάτω από τον ήλιο είναι γραμμένα από ένα μόνο χέρι.
Είναι αυτό το χέρι που ξυπνάει τον έρωτα και δημιουργεί μια δίδυμη ψυχή, για κάθε άνθρωπο στον κόσμο.
Χωρίς αυτό τον έρωτα τα όνειρά μας δεν θα είχαν κανένα νόημα…

-Πώς να εμβαθύνω στην έρημο?

Να ακούς την καρδιά σου.
Εκείνη τα ξέρει όλα, επειδή προέρχεται από την Ψυχή του κόσμου και μια μέρα θα ξαναγυρίσει εκεί…

Οι άνθρωποι φοβούνται ν’ακολουθήσουν τα όνειρά τους, τα πιο σημαντικά, επειδή φοβούνται μήπως και δεν είναι άξιοι ή μήπως δεν τα καταφέρουν να τα πραγματοποιήσουν…
Πες την καρδιά σου ότι ο φόβος της μήπως πονέσει είναι χειρότερος από τον ίδιο τον πόνο.
Κι ότι καμία καρδιά δεν πονάει ποτέ όταν πηγαίνει να αναζητήσει τα όνειρα της επειδή κάθε δευτερόλεπτο της αναζήτησης είναι μια συνάντηση με το θεό και την αιωνιότητα…
Και κάθε αναζήτηση τελειώνει με μια δύσκολη δοκιμασία του νικητή!

Η πιο σκοτεινή ώρα της νύχτας είναι λίγο πριν ξημερώσει...

Πότε ερωτευτήκαμε έτσι …για τελευταία φορά;



**Ευχαριστώ θερμά τους φίλους EL.ZIN. που μου έδωσαν την άδεια να αναδημοσιεύσω το παραπάνω κείμενό τους**

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2009

Οι ώρες της σιωπής...


Βαριά τα σύννεφα, σκοτεινιά... Πιότερο με σούρουπο έμοιαζε κι όχι με πρωινό. Τσουχτερό το κρύο σήμερα, χιόνια πολλά στα ορεινά προέβλεψαν οι μετεωρολόγοι και, κατά πως φαίνεται, θα βγαίναν αληθινοί.

Το σπίτι πλάι στο δρόμο είχε τα παραθυρόφυλλα κλειστά ακόμα. Παλιά ξύλινα παραθυρόφυλλα, σε χρώμα γαλανό, ξεθωριασμένο απ' τον καιρό, μπλέ σκούρο θα 'ταν κάποτε θαρρώ. Μεγάλο σπίτι, αρχοντικό, μα γέρικο και σχεδόν εγκαταλελειμένο πια.

Παιδιά στα πεζοδρόμια, τυλιγμένα σε παλτά και σε κασκόλ, με βήματα γοργά στα σχολειά τους πήγαιναν. Όλα τα σχολεία στην ίδια κατεύθυνση, όλα τα παιδιά μπροστά από το σπίτι πέρναγαν, κάθε μέρα, χρόνια και χρόνια.

Λίγα μέτρα πιο πέρα η εκκλησία του χωριού, εκεί τελούσαν τα μυστήριά τους οι κάτοικοι, γάμοι, βαφτίσεις, κηδείες, χαρές και λύπες, όλα εκεί. Και η καμπάνα να χτυπά κάθε μια ώρα μετρώντας το χρόνο που έφευγε και πίσω δε γύριζε ποτέ.

Μέσα στο σπίτι μια γυναίκα, ντυμένη τη νυχτικιά της, έψηνε καφέ ελληνικό σ' ένα γκαζάκι κι ετοίμαζε ένα πιατάκι με βουτήματα που η ίδια είχε φτιάξει. Ο καφές άχνιζε στο μπρίκι και σαν φούσκωσε πήρε τη θέση του σ' ένα μικρό φλιτζανάκι όπως κάθε πρωί. Η γυναίκα πήρε το φλιτζάνι και, μαζί με τα βουτήματα, το ακούμπησε στα τραπέζι που βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο κι έπειτα άνοιξε τα παραθυρόφυλλα να μπει φως στο δωμάτιο.

Ο δρόμος γεμάτος αυτοκίνητα, φασαρία πολλή, μα δεν την ενοχλούσε πια, είχε συνηθίσει. Ίσως και να της άρεσε λιγάκι μιας και του σπιτιού της τη σιωπή δεν άντεχε πλέον.

Ο καφές στο φλιτζάνι τελείωσε, δυο ρουφηξιές όλες κι όλες, η γυναίκα σηκώθηκε, μάζεψε το τραπέζι και ετοιμάστηκε για την καθιερωμένη της ρουτίνα. Σκούπισμα, σφουγγάρισμα, ξεσκόνισμα, μαγείρεμα. Το απόγευμα ίσως ερχόταν κάποια φίλη να κεντήσουν παρέα και να μιλήσουν, για τις ζωές των άλλων, ποτέ για τις δικές τους. Αν και, ακόμα κι εκείνες οι φίλες, ολοένα και λιγόστευαν. Έπαιρναν μία μία το δρόμο για το στερνό ταξίδι, εκείνο το ταξίδι που ήξερε πως σύντομα κι εκείνη θα έκανε.

Δε μιλούσε για τη ζωή της συχνά στους άλλους, απέφευγε να θυμάται τα χρόνια που πέρασαν, τα όσα έζησε, μα κυρίως όλα εκείνα που ποτέ δεν κατάφερε να ζήσει. Και όταν καμιά φορά με τις φίλες αναπολούσε τα χρόνια της χαμένης νιότης γρήγορα άλλαζε κουβέντα για να μπορέσει να συγκρατήσει τα δάκρυα που τα μάτια της πλημμύριζαν.

Της εκκλησίας το ρολόι μετρούσε τις ώρες...
Έντεκα, δώδεκα, μία, ...τρείς.

Σύντομα έφτασε το απόγευμα και μαζί του η κυρα-Κατίνα, ήρθε να δει την καλή της φιλενάδα.

-Μαρία, μέσα είσαι;
-Μέσα είμαι Κατίνα, σε περίμενα, πέρνα...


Το τραπέζι στρωμένο ξανά, λίγη πορτοκάλαδα και γλυκό του κουταλιού. Χήρα η Κατίνα τα τελευταία δέκα χρόνια, είχε δυο κόρες και πέντε εγγόνια, ο πιο μεγάλος στο πανεπιστημίο ήταν, γιατρός σπούδαζε, η μικρότερη σημαιοφόρος στο σχολείο της, δημοτικό πήγαινε ακόμα, και η Κατίνα καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι και όλο για τα κατορθώματά τους μιλούσε. Και η Μαρία κεντούσε αμίλητη και χαμογελούσε συχνά σαν άκουγε τη φιλενάδα της τόσο ευτυχισμένη και περήφανη.

Και το ρολόι μετρούσε τις ώρες...
Πέντε, έξι, επτά, ...εννιά.

Η Κατίνα είχε από ώρα επιστρέψει στο σπίτι και την οικογένειά της αφήνοντας μόνη τη Μαρία. Μόνη, να κεντάει και να σκέφτεται. Τη ζωή που ποτέ δε μπόρεσε να ζήσει.

Το κέντημα άφησε από τα χέρια της και σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν. Προς το υπνοδωμάτιο κατευθύνθηκε, και ένα κασελάκι ξύλινο, που βρισκόταν δίπλα στο κρεβάτι της, πλησίασε. Έσκυψε, το άνοιξε και έμεινε εκεί, να κοιτάει μέσα, όλα όσα τόσα χρόνια φύλαγε σαν θησαυρό κοντά της.

Τα χέρια άπλωσε, έκανε στην άκρη πλεχτά και κεντήματα, φτιαγμένα από εκείνη, για την προίκα της, και μια φωτογραφία ασπρόμαυρη έβγαλε. Ένα ζευγάρι, πιασμένο χέρι με χέρι, απεικόνιζε. Και στο βλέμμα τους μόνο αγάπη μπορούσες ν' αντικρίσεις. Τα μάτια της βούρκωσαν, πήρε τη φωτογραφία και έκατσε στο κρεβάτι.

Ποτέ της δεν έφυγε έξω απ' το χωριό της, ποτέ της δεν ταξίδεψε, ποτέ δεν έκανε παιδιά, ποτέ της δεν παντρεύτηκε. Γεροντοκόρη τη φωνάζαν στο χωριό κι εκείνη πονούσε σαν το άκουγε κι έπειτα στο μυαλό της έφερνε εκείνον, το μόνο άνδρα που ερωτεύθηκε, που αγάπησε, το μόνο άνθρωπο σ' αυτό τον κόσμο που του δόθηκε ολοκληρωτικά, ψυχή και σώμα, και ξέχναγε κάθε πονό.

Οι δυο τους ήταν το ζευγάρι της φωτογραφίας, λίγο πριν εκείνος φύγει για τον πόλεμο, λίγο πριν της υποσχεθεί πως σύντομα μαζί θα ήταν πάλι, θα παντρεύονταν και θα έκαναν πολλά παιδιά, λίγο πριν του δοθεί για πρώτη ...και τελευταία φορά.

Εκείνος έφυγε, η πατρίδα τον καλούσε, μα η σκέψη του πάντα σ' εκείνη ήταν, για κείνη πολεμούσε, για την ελευθερία της, για να μπορούν οι καρποί του έρωτά τους να ζουν σε ένα κόσμο δίχως προστάτες κι αφεντάδες. Για να μπορούν τα όνειρα, που μαζί έκαναν, πραγματικότητα να γίνουν. Και της έγραφε, κάθε μέρα της έγραφε περιγράφοντάς της τις σκληρές συνθήκες στο μέτωπο, τις άγριες εικόνες του πολέμου μα και κάθε του συναίσθημα, κάθε σταγόνα δάκρυ που απ' τα μάτια του κυλούσε όταν, τις νύχτες, ένιωθε την ανάγκη του κορμιού της, τόσο έντονη, το κορμί του να μουδιάζει. Και κάθε γράμμα τέλειωνε πάντα με την ίδια φράση "Μην κλαις Μαρία μου, μη φοβάσαι, σύντομα κοντά σου θα 'μαι, σύντομα..."

Οι μέρες περνούσαν, ο πόλεμος δεν έλεγε να τελειώσει, εκείνη τον ταχυδρόμο περίμενε, κάθε μέρα, για μήνες, με λαχτάρα, και, όταν το γράμμα έφτανε, κλεινόταν στο δωμάτιό της και διάβαζε, ξανά και ξανά, κι εκείνον σκεφτόταν και τα όνειρα που μαζί του έκανε. Ώσπου μια μέρα έπαψε να παίρνει γράμματα. Ρωτούσε και ξαναρωτούσε τον ταχυδρόμο μα πάντα η απάντηση αρνητική ήταν.

Κι οι μέρες περνούσαν...
Κι η σιωπή μεγάλωνε...

Ο πόλεμος τελείωσε κάποτε, οι άνδρες του χωριού επέστρεφαν, ο ένας μετά τον άλλο, όχι όμως κι εκείνος. Έψαχνε καιρό πολύ να μάθει τι απέγινε μα κανείς δε γνωρίζε τίποτα για την τύχη του. Ώσπου έπαψε να ρωτάει. Έμεινε μόνη, στο άδειο της σπίτι, να τον σκέφτεται και να τον περιμένει χωρίς να γίνεται βάρος στους άλλους κάνοντας ερωτήσεις που αναπάντητες θα έμεναν.

Κοίταξε ακόμα μια φορά τη φωτογραφία, "σε περιμένω, ακόμα περιμένω, πάντα περιμένω" ψιθύρισε και ξάπλωσε στο κρεβάτι ακουμπώντας τη δίπλα στο προσκέφαλό της. Τα μάτια έκλεισε κι αποκοιμήθηκε.

Σκοτάδι κι ησυχία τύλιξαν το γέρικο κορμί της όταν ξαφνικά μια φωνή διέκοψε τον ύπνο της.

-Μαρία... Μαρία μου...

Ένιωσε την καρδιά της να χτυπά δυνατά, τα μάτια άνοιξε και τον είδε. Στεκόταν εκεί, μπροστά της, τυλιγμένος στο φως, νέος και όμορφος, όπως ακριβώς ήταν τη μέρα που την άφησε, την τελευταία φορά που τον είδε.

-Μαρία μου... Ήρθα... Στο είπα πως θα έρθω, θυμάσαι;
-Θυμάμαι αγάπη μου, ναι, θυμάμαι...

Δάκρυα ξανά γέμισαν τα μάτια της μα ήταν χαράς κι όχι λύπης αυτή τη φορά. Τον κοίταζε με λατρεία, φοβόταν μήπως ήταν απλά ένα όνειρο, μήπως ξυπνήσει και χαθεί για πάντα από κοντά της. Μα εκείνος άπλωσε το χέρι του και της έγνεψε να του δώσει το δίκο της.

-Έλα Μαρία, δε χρειάζεται να περιμένεις πια, είμαι εδώ, μαζί σου... Για πάντα μαζί σου...

Το χέρι της άπλωσε και το δικό του άγγιξε, το σώμα της ένιωσε δίχως βάρος κανένα, ανάλαφρο, λες κι ήταν νέα ξανά, σηκώθηκε απ' το κρεβάτι και τον αγκάλιασε. Στα μάτια του κοίταζε αδιάκοπα και τα δάκρυα δεν έλεγαν να πάψουν να κυλάνε.

-Μην κλαις Μαρία... μη φοβάσαι... σ' αγαπάω κι είμαι εδώ... μαζί σου...

Με δύναμη τον έσφιξε στην αγκαλιά της και ένωσε τα χείλη της με τα δικά του, σ' ένα φιλί που χρόνια περίμενε να νιώσει.

Το χάραμα έφτασε, οι δρόμοι αυτοκίνητα γέμισαν, τα παιδιά ξεκίνησαν ξανά για το σχολείο τους και στο παλιό σπίτι τα παραθυρόφυλλα έμεναν κλειστά.

Της εκκλησίας το ρολόι τις ώρες μέτραγε...
Επτά, οκτώ, εννιά...

Η κυρα-Κατίνα στάθηκε έξω από την πόρτα του παλιού αρχοντικού.

-Μαρία είσαι μέσα; Άνοιξε, θ' αργήσουμε για τη λαϊκή, τίποτα δε θα προλάβουμε πάλι.

Περίμενε για λίγο ν' ακούσει τη φωνή της φιλενάδας της μα τη σιωπή διαδέχθηκε κι άλλη σιωπή. Χτύπησε την πόρτα και φώναξε ξανά το όνομά της. Μα απάντηση δεν πήρε...

Δίπλα στην πόρτα μια γλάστρα έστεκε, μ' ένα βασιλικό. Εκεί φυλούσε η Μαρία πάντα ένα κλειδί, για ώρα ανάγκης. Η Κατίνα έσκυψε, ανασήκωσε τη γλάστρα τόσο όσο χρειαζόταν για να πιάσει το κλειδί και άνοιξε την πόρτα.

-Μαρία...;

Ένας φόβος την ψυχή της γέμισε...
Προχώρησε προς το υπνοδωμάτιο κι εκεί την είδε, ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, γαλήνια, χαμογελαστή, και στην αγκαλιά της σφιχτά κρατούσε μια φωτογραφία. Μια φωτογραφία αγκαλιά μ' εκείνον, το μόνο άνδρα που αγάπησε. Και τότε η Κατίνα κατάλαβε...
Την πλησίασε, χάιδεψε τα μαλλιά της κι ένα φιλί απαλά ακούμπησε στο μέτωπό της...

-Ήρθε λοιπόν... δεν περίμενες άδικα Μαρία μου... Καλό σου ταξίδι γλυκιά μου... καλό ταξίδι...

Και το ρολόι μετρούσε το χρόνο που έφευγε και πίσω δε γύριζε...

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009

Οι "Ρομπεν των φτωχών" τώρα και στο Ηράκλειο!!!


Μετά την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τον Πειραιά και την Πάτρα σειρά είχε χθες και το Ηράκλειο για τη δράση των… Ρομπέν των φτωχών όπως τους έχουν ονομάσει.

Χθες το πρωί μία ομάδα τριάντα περίπου νεαρών ατόμων εισέβαλαν σε σούπερ-μάρκετ της εταιρείας Χαλκιαδάκης στη λεωφόρο Ιωνίας φορώντας κουκούλες και γάντια.

Άρχισαν να γεμίζουν με τρόφιμα, απορρυπαντικά, και διάφορα άλλα είδη τουλάχιστον τρία καρότσια αλλά και αρκετά καλάθια φωνάζοντας στο προσωπικό πως δεν θέλουν χρήματα και πως δεν θα πειράξουν κανέναν.

Η παρουσία τους αλλά και ο τρόπος με τον οποίο εισέβαλαν στο σούπερ-μάρκετ προκάλεσαν την έκπληξη και την ταραχή όχι μόνο στο προσωπικό άλλα και στους λιγοστούς πελάτες που βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή μέσα στο κατάστημα.

Οι κινήσεις τους ήταν πάρα πολύ γρήγορες καθώς είχαν απλωθεί σε όλο το κατάστημα κατά ομάδες και γέμιζαν καλάθια και καρότσια με τρόφιμα. Ταυτόχρονα κάποιοι από αυτούς είχαν μείνει στο χώρο των ταμείων σταματώντας τη διευθύντρια όταν επιχείρησε να πάρει τηλέφωνο την αστυνομία.

Μέσα σε λίγα λεπτά αφού γέμισαν τα καρότσια, ένας από τους νεαρούς έχοντας μία σφυρίχτρα έδωσε το σύνθημα για την αναχώρησή τους από το σούπερ-μάρκετ. Οι νεαροί όπως μπήκαν έτσι και έφυγαν, πετώντας προκηρύξεις με τα αιτήματά τους και τους λόγους για τους οποίους προχώρησαν στη συγκεκριμένη ενέργεια.

Αντί να αρχίσουν να μοιράζουν τα τρόφιμα έξω από το σούπερ-μάρκετ, διένυσαν περίπου 150 μέτρα και κατέληξαν στη λαϊκή αγορά στην οδό Ανδρέα Μηλιώτη και άρχισαν να μοιράζουν τα τρόφιμα και τα υπόλοιπα είδη στον έκπληκτο κόσμο που διστακτικά έπαιρνε τα τρόφιμα που τους έδιναν. Το μοίρασμα των τροφίμων από τους νεαρούς κράτησε λίγα λεπτά με τον κόσμο να μιλά υπέρ των νεαρών για την ενέργεια που έκαναν.

Πάντως με τα φυλλάδια που πέταξαν οι νεαροί άφηναν να εννοηθεί πως ανάλογες κινήσεις θα γίνουν και στο μέλλον. Ένα επίσης στοιχείο που φάνηκε από την κίνηση των νεαρών ήταν πως είχαν μελετήσει πολύ καλά τις ενέργειές τους μιας και επέλεξαν ένα σούπερ-μάρκετ που σε μικρή απόσταση βρισκόταν σε εξέλιξη η λαϊκή αγορά.

Πηγή:εφημ."Τόλμη"

**Ευχαριστώ το φίλο busybee για το άρθρο**

Των Αστεριών τα Μονοπάτια...


Των αστεριών τα μονοπάτια αντικρίζω
όταν στα Μάτια σου κοιτάζω Ουρανέ
και δύναμη μου δίνεις να ελπίζω
πως όλα θε' ν' αλλάξουν κάποτε...

Οι μέρες σκοτεινές ξανά δε θα 'ναι
κι οι εφιάλτες μόνο παρελθόν,
στα πέλαγα, καράβι, θ' αρμενίζεις
μακριά απ' τις κατάρες των καιρών...

Ο κόσμος δε θα μοιάζει άλλο ξένος,
παραμυθένια κάθε Σου στιγμή,
ο Λόγος σου πυξίδα στις ερήμους,
ο Δρόμος θέλει Θάρρος και Πυγμή...

Στο βλέμμα μου φυλάω τη Μορφή σου,
στα στήθια μου Αγάπη δυνατή,
ποτέ μου δε θ' αφήσω να Σε πάρουν
του Χρόνου οι Εφιάλτες, οι φρικτοί...

Το δρόμο Σου κι εγώ θ' ακολουθήσω,
προστάτιδα του Ονείρου που ζητάς,
το Χέρι σου σφιχτά θα στο κρατήσω,
Μαζί να φτάσουμε εκεί που λαχταράς...

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2009

Του Κήπου μας το Όνειρο...


Μέσα στην τσιμεντούπολη
προσμένει ακόμα ο Κήπος
δύο Καρδιές να ενωθούν
κι ένας να γίνει ο Χτύπος...

Βασιλικός και Γιασεμί,
μια Λεμονιά παρ' έκει,
ψίθυροι μέσα στη βουή
κι η Μοναξιά που στέκει...

Μαραζωμένα μοιάζουνε,
αργοπεθαίνουν τώρα,
γιατί αργεί να ξαναρθεί
τσ' αντάμωσης η Ώρα...

Δύσκολοι είναι οι καιροί
κι ο Θάνατος προσμένει,
μα σαν μιλήσει ο Έρωτας
ως κι ο Θεός σωπαίνει...

Αντέχει Φως μου η Ψυχή
της Μοίρας τη μανία
κι ας ζει καιρό, πολύ καιρό,
μέσα στην Αγωνία...

Είναι που Όνειρα βαστά
σφιχτα από το χέρι
προσμένοντάς τη τη Στιγμή
κοντά που θα σε Σε φέρει...

Κι ας τσάκισαν οι Πήγασοι
φτερά σε τοίχους πάνω,
έχω Ελπίδα ζωντανή
πληγές Σου για να γιάνω...

Μη Μου αργείς άλλο λοιπόν,
τα μάτια κλείσε τώρα,
ξανά για ν' ανταμώσουμε
στου Ονείρου μας τη χώρα...

Εκεί που όλοι θα γελούν
κι Ευτυχισμένοι θα 'ναι
κι οι Πήγασοι πολύ ψηλά
για πάντα θα πετάνε...

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

Μια νέα Αφετηρία...



Αναζητώντας του Ονείρου διαδρομές,
σε μονοπάτια σκοτεινά ήμουν χαμένη,
λίγη ζητούσα ζεστασιά μιας αγκαλιάς
να με λυτρώσει απ’ του Πόνου μου τη μέθη…

Ένα κορμί, που το τυλίξανε τα νέφη,
κρυφό αγρίμι, οπαδός της σιγαλιάς,
Θάνατος τώρα είναι ότι μ’ απομένει
για να ξεφύγω απ’ τις αλήθειες τις ωμές…

... ... ... ...

Κεφάλι σκύβω και το βλέμμα χαμηλώνω,
"Δεν ήμουν άξια να ζήσω τελικά...",
παγών’ η νύχτα κι η Σιωπή μου φέρνει δάκρυ
που σαν κυλάει μοιάζει, Θεέ μου, με φωτιά…

Πως να ξεχάσω τη γλυκιά σου τη Ματιά,
πλάι μου θέλησα να σ' έχω κι όχι αντίκρυ,
μοιάζουν τα Χάδια σου να είν' αερικά
κι εγώ παιδί που χίλιους Φόβους εκπληρώνω...

... ... ... ...

Θλίψη μεγάλη κι υποσχέσεων σωρεία,
"Σύντομα τ' Όνειρο θα βγει αληθινό...",
πράξεις μικρές μα έχουν τόση σημασία
που σαν Παράδεισο τις νιώθω τις στιγμές...

Έξω στον Κήπο ανθίζει πάλι ο μενεξές,
στα χείλη πάνω τα Φιλιά σου αμβροσία,
Φως απ' το βλέμμα σου, αστέρι αυγερινό,
κι εμείς, αντάμα, σε μια νέα Αφετηρία...

... ... ... ...


ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΜΠΡΟΣ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΣ ΑΚΟΥΜΠΩ...

Οι σκέψεις γίνονται λέξεις και ξεχύνονται σαν άγρια άλογα που ελεύθερα καλπάζουν σε καταπράσινα λιβάδια...
Θεατής, ανήμπορος να τα ελέγξω, εγώ...
Το ποδοβολητό τους αισθάνομαι στο στήθος μου μέσα κάθε φορά που μια γραφή ολοκληρώνεται...
Παίρνει ζωή, οργανισμός αυτόνομος, μοναδικός...
Αναμνήσεις ενός μελλοντικού ονείρου...
Ξεκομμένο από κάθε παρελθόν ή παρόν...
Ικανό να προσφέρει τον Παράδεισο μέσα από της Κόλασης τις φλόγες...
Την ψυχή μου μπρος στα μάτια σας ακουμπώ...
Απόψε...

Page copy protected against web site content infringement by Copyscape
Blog Widget by LinkWithin