Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2008

Σκοτάδι, απύθμενο κενό...


Κι αν είν' η παγωνιά της νύχτας, δε γνωρίζω,
εκείνη που τα σωθικά μου σκίζει...
Ή αν της μοναξιάς η ανάσα είναι που, σύριζα,
την ψυχή μου σε κομμάτια τεμαχίζει...

Ένα γνωρίζω,
κάθε που την απελπισία στο βλέμμα σου θυμάμαι...
Ένα,
σαν αγκαλιά με μια φωτογραφία σου κοιμάμαι...
Πως της ανάγκης έρωτας ποτέ σου δεν υπήρξες...
Πως της αγάπης σύμμαχος επέλεξες να είσαι...
Κι όταν ψυχή και σώμα ήταν ένα,
φόβο δεν είχε πια κανείς μας για κανέναν...

Δεν είναι φλόγα αυτό που καίει τη ζωή μου...
Είναι σκοτάδι, καταχνιά, ένα απύθμενο κενό
που βούτηξα ψυχή μου...
Να σώσω ότι αγάπησα πιο πάνω απ' τη ζωή μου...
Ν' αγγίξω μέσα σου, ξανά, να βρω την ύπαρξη μου...

Δως μου το χέρι σου, μαζί, για να σωθούμε...
Δως μου φτερά, ξανά, ψηλά για ν' ανεβούμε..

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2008

Στα 79...

Μ' όλη μου την καρδιά και την ψυχή αυτό μας εύχομαι ομορφιά μου...

Σ΄αγαπώ Νεφελοβάτη μου...

Σ' αγαπώ Θοδωρή μου...

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2008

Ναύπλιο 2008



Παρασκευή 17/10 - Δευτέρα 20/10

Σ' ευχαριστώ για τις υπέροχες μέρες που μου χάρισες,
εύχομαι να μη μας νικήσει ο χρόνος και να ζήσουμε κι άλλες, πολλές, ακόμα τέτοιες...

Σ' αγαπώ...
Κι ας μην είναι αρκετό...

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

Ένα γράμμα...



Πόσος καιρός πέρασε δίχως να σου γράψω…
Πόσα δάκρυα στης απουσίας σου το χρόνο κύλησαν…
Πόσα όνειρα τυλίχτηκαν στις φλόγες, πίσω αφήνοντας στάχτες κι αποκαΐδια…
Και να ‘μαι τώρα εδώ…
Χαρτί και μελάνι…
Πόνος και δάκρυ…
Σ’ έναν αγώνα δρόμου ως την καρδιά σου…

Γιατί να γράφω έπαψα ρωτάς…
Γιατί τα χείλη πια χαμόγελο δεν έχουν…
Απαντήσεις γυρεύεις…
Κρυμμένες μέσα σου τις έχεις…

Απαντήσεις…

Πώς να μπορέσω στις σκέψεις μου μορφή να δώσω…
Πώς να σου δώσω εικόνες για να δεις…
Να τρομάξεις δε θέλω…

Θεριά το μυαλό μου κατακλύζουν…
Και μια σκιά…
Φερμένη από το παρελθόν σου να διεκδικήσει το μέλλον σου…

Άγγελος μαύρος είναι…
Άγγελος θανάτου…
Σκοτώνει την ψυχή σου…
Τεμαχίζει τις αντοχές μας…
Την πνοή της αγάπης μας να πάρει θέλει…

Την παρουσία της κοντά σου αισθάνομαι…
Χάνομαι…
Στο σκοτάδι βουλιάζω…
Μόνη…
Ασφυκτιώ τη σωτηρία γυρεύοντας…
Σ’ ένα ταξίδι στου δικού μας κόσμου τα σοκάκια…
Σ’ ένα ταξίδι που αρνήθηκες να κάνεις…

Σ’ έχει στοιχειώσει η μορφή της…
Αλυσίδες ενοχές…
Κι αρρώστια μοναξιά…
Δεσμά που η αγάπη μου πως θα σπάσει πίστεψα…
Κι ο έρωτάς μου φάρμακο να σε λυτρώσει…
Γελάστηκα…

Δύναμη τώρα στα λόγια σου ψάχνω…
Δύναμη στο σκοτάδι της ν’ αντισταθώ…
Δύναμη στο φως να σε κρατήσω…

Πώς να αντέξω τη σιωπή…
Την ερημιά πώς να παλέψω…

Σ’ αγαπώ…
Έλα…
Στον ουρανό μας πάλι να πετάξουμε…

Γλυκό φιλί θα στείλω να σε βρει…
Και δυό στιχάκια…

“Όσο κι αν πω πως σ’ αγαπώ λίγο θα είναι φως μου…
Πως σε λατρεύω θα σου πω, πως είσ’ ο ουρανός μου…”

Σε περιμένω…
Πάλι για να ‘ρθεις…
Σε περιμένω…
Ξανά για ν’ ανασάνω…

Σε φιλώ…
Γλυκό μου όνειρο…


Μια θάλασσα…
Η δική σου…

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2008

Για μία στιγμή…για ένα λεπτό…




Χωρίς λουλούδια Κυριακές,
άναστρες, σκοτεινές βραδιές,
ξέρω πως θε να ζήσω,
κι εσένα που θέλω τόσο να βρω,
να αγαπήσω και να αγαπηθώ,
ένα κλεμμένο όνειρο
ποτέ δεν θα το ζήσω.

Θυμάμαι που σε είχα δει,
μια λάμψη από θεού αστραπή,
που έτσι απλά σε μια στιγμή
φώτισε την ψυχή μου.

Γλυκό το φως σου, ζωντανό,
έλουσε χώρο σκοτεινό,
και για μία στιγμή…ένα λεπτό,
σαν άπιστος μπρος στο Θεό
ένιωσα να χρωματίζεται
μ’ ελπίδα η ζωή μου.

Μα μια αστραπή για ένα λεπτό
μονάχα ζει, και σαν αερικό,
μέσα στου χώρου το κενό
σιγά-σιγά πεθαίνει.

Και εγώ προσπάθησα να βρω
χιλιάδες ξόρκια…φίλτρο μαγικό,
για να μπορέσω δανεικό
χρόνο να βρω για σένα.

Όμως μια δύναμη ζωής
τρόπος δεν υπάρχει…ψάξε…
δεν θα βρεις,
να την κρατήσεις δεν μπορείς,
λάμπει μονάχα για μια στιγμή
και ύστερα μία ανάμνηση,
μόνο ετούτο μένει.

Έτσι σε γνώρισα κι εγώ,
για μία στιγμή…για ένα λεπτό,
όμως ακόμα αναζητώ
ένα φίλτρο να φτιάξω, μαγικό,
πίσω που θα σε φέρει.

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Η δικιά μου γειτονιά…



Κάθε βράδυ που γυρνάω
στην δικιά μου γειτονιά,
λες και μπαίνω σε ένα κόσμο
βαμμένο με χρώματα μελαγχολικά.

Τι κι αν οι φίλοι περιμένουν
υπομονετικά…σε κάθε γωνιά ;
Τι κι αν ξέρω πως μ’ αγαπάνε
δυνατά…πραγματικά ;

Τι κι αν η ζωή έχει κρεμάσει
στολίδια πολλά και λαμπερά ;
Τι κι αν τα δέντρα είναι ανθισμένα
με λουλούδια γεμάτα στα κλαδιά ;

Τι κι αν ο ήλιος γλυκά λούζει
κάθε απόμερη σκιά ;
Τι κι αν στέλνει ηλιαχτίδες
να ζεστάνει μια καρδιά ;

Στην δικιά μου γειτονιά
οι σκιές παραμονεύουν στης
ηλιαχτίδας την καρδιά,
και τα δέντρα αργοπεθαίνουν
έχοντας άνθη στα κλαδιά.

Οι φίλοι πάντα μουρμουρίζουν
τραγούδια που καίνε και πονάνε,
και η αγάπη που μου δίνουν
δάκρυα κάνουν να κυλάνε.

Όλα μοιάζουν λυπημένα
στην δικιά μου γειτονιά,
γκρίζα χρώματα…παραπονεμένα,
σίδερο που την ψυχή μου
πυρωμένο διαπερνά.

Κι όμως εκείνη κάθε βράδυ
η καρδιά μου λαχταρά,
γνώριμα, σκοτεινά σοκάκια,
που δεν με φοβίζουν πια.

Πέμπτη 24 Απριλίου 2008

Του φεγγαριού λοιπόν κι εγώ θα μοιάζω...


Δεν είν’ η ώρα ετούτη σαν τις άλλες…
Αγκαλιές και γέλια και φιλιά στη μνήμη χαραγμένα…
Μα το κορμί σπαράζει μακριά σου…
Ξανά κοντά σου βρέθηκα…
Δυό μέρες μόνο…
Λησμόνησα τα πάντα πλάι σου…
Κι έπειτα…
Τα σύννεφα με κλέψαν από σένα…
Της ημισέληνου το φως πορεία μου χαράζει…
Σ’ ένα ουρανό σπαρμένο άστρα…
Σου μοιάζει ο ουρανός ψυχή μου…
Απέραντος, μοναδικός…
Γεννάει όνειρα και πόθους…
Ουρανός είσαι ψυχή μου...
Εκεί ν’ ανοίξω τα φτερά μου θέλω…
Να ταξιδέψω…
Να χαθώ…

Κι εγώ εδώ…
Να ζω για ένα άγγιγμα…
Ν’ ασφυκτιώ για μια ανάσα…
Έπαψα σύνολο να είμαι…
Μισή…
Μισή καρδιά…
Μισό κορμί…
Μισή ψυχή…
Και δύναμη, ν’ αντέχω δίχως σου, καθόλου…

Του φεγγαριού λοιπόν κι εγώ θα μοιάζω…
Που στο σκοτάδι ταξιδεύει…
Που λαχταρά του ουρανού την αγκαλιά…
Που, κάθε μήνα, μια φορά ολόκληρο προβάλει…
Σα να συνάντησε του ονείρου του το μέλλον…
Κι έπειτα, κάθε μέρα, ένα κομμάτι του εαυτού του χάνει…
Ως να χαθεί απ’ τα μάτια μας μπροστά…
Ως το σκοτάδι μια μάχη ακόμα να κερδίσει…

Μάχες πολλές κερδίζει το σκοτάδι…
Πληγές πολλές ανοίγει στην ψυχή…
Μα δε μπορεί να βλάψει την ελπίδα…
Δεν το κατάφερε ποτέ φονιάς να γίνει των ονείρων…

Του φεγγαριού λοιπόν κι εγώ θα μοιάζω…
Που το σκοτάδι δε φοβάται…
Που μέσα του να πορεύεται μπορεί…
Τον εαυτό του ανακαλύπτοντας ξανά…
Τη λάμψη που για λίγο έχασε…
Κι εκεί, στου ουρανού την αγκαλιά, ολόκληρο προβάλει…
Ξανά...
Για μόνο δυο μέρες...

Πονάει η σιωπή...





Νωρίς σκοτείνιασε απόψε στην πολιτεία των Ονείρων. Τα φώτα άναψαν στα σπίτια, με φλόγες, που τρεμοπαίζουν στης νυχτιάς το μαύρο πέπλο, μοιάζουν. Πίσω απ’ των παραθύρων τις κουρτίνες φιγούρες γκρίζες, άνθρωποι που ετοιμάζονται τα μάτια τους να κλείσουν, κάποιοι μόνοι, κάποιοι συντροφιά μ’ εκείνον που αγαπούν. Ένα σκυλί μόνο τριγυρνά εδώ κι εκεί αναζητώντας μια ήσυχη γωνιά κι ένα χάδι ίσως, μακριά από την κίνηση των δρόμων, για να μπορέσει κι αυτό να ονειρευτεί.

Η ώρα περνά, το σκοτάδι πυκνώνει, τα φώτα σβήνουν ένα ένα και το σκυλί ακόμα μόνο τριγυρνά, ακόμα ελπίζει σ’ ένα χάδι. Ένα μόνο σπίτι δε λέει στη σκοτεινιά της νύχτας να παραδοθεί, κάπου μακριά, στην άκρη της πόλης. Πίσω απ’ τα ξύλινα παραθυρόφυλλα φέγγει εδώ και ώρες μια λάμπα, σ’ ένα γραφείο ακουμπισμένη, και μια γυναικεία μορφή αχνοφαίνεται, μόνη κι εκείνη, να τριγυρνά συχνά στους χώρους του σπιτιού. Αν μπορούσες, πιο κοντά, πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα, να δεις θα διέκρινες μια μορφή, λιτή, χωρίς πολλά φτιασίδια, ένα πρόσωπο ήρεμο με μια αίσθηση βουβού πόνου. Αν μπορούσες πιο κοντά να δεις ένα δάκρυ θ’ αντίκριζες το βλέμμα της να χαρακώνει κι ακολουθώντας ένα μονοπάτι υγρό το πρόσωπό της να ιχνηλατεί. Αν το μπορούσες θα ‘βλεπες πως δίχως λόγο τριγυρνά στο άδειο σπίτι, απλά και μόνο τριγυρνά…

Εδώ και ώρα άσκοπα περιδιαβαίνει στους διαδρόμους του σπιτιού, τρόπο ψάχνει να βρει το χρόνο να κάνει να κυλήσει πιο γρήγορα. Κλεφτές ματιές ρίχνει στο ρολόι που στον τοίχο κρέμεται, ελπίζει πως η νύχτα γρήγορα θα περάσει, κάπως θα καταφέρει το χρόνο να ξεγελάσει απόψε, μάταια όμως. Πώς να τον ξεγελάσει όταν, σα να την περιγελά, αιώνια κάνει τη νύχτα να φαίνεται; “Θα περάσει κι η νύχτα αυτή, όσο δύσκολη κι αν είναι μακριά σου…” Έπαψε το ρολόι να κοιτά και με βήμα αργό κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο εκείνο όπου έφεγγε η μοναδική αναμμένη λάμπα του σπιτιού.

Ακίνητη για μια στιγμή στάθηκε, το χέρι άπλωσε και μια κορνίζα, που στο γραφείο ακουμπισμένη βρισκόταν, απαλά σήκωσε. Το δάκρυ δεν έλεγε να πάψει να κυλά, το βλέμμα της στο πρόσωπο της φωτογραφίας καρφώθηκε. Με λατρεία κοίταξε τη μορφή εκείνου που, σαν αλήθεια να ‘τανε, στα μάτια της κοιτούσε. Τα δάχτυλά της ακούμπησε στο ψυχρό γυαλί λες και την αίσθηση του προσώπου του θα μπορούσε να αισθανθεί, το δάκρυ σκούπισε, χαμογέλασε κι ακούμπησε με προσοχή την κορνίζα ξανά στη θέση της. Τράβηξε προς το μέρος της την καρέκλα του γραφείου, έκατσε και αφού συμμάζεψε όσα αντικείμενα σκόρπια εκεί βρισκόντουσαν έφερε μπροστά της μια λευκή σελίδα κι ένα στυλό. Έριξε μια ματιά ακόμα σ’ εκείνον κι άρχισε να γράφει. Κι οι ώρες περνούσαν κι εκείνη έγραφε, όλη τη νύχτα, ως το ξημέρωμα…

Δεν ήταν από εκείνες τις γυναίκες που σαν τις αντικρίσεις να τις ξεχάσεις δε μπορείς, δεν είχε ομορφιά παροιμιώδη, δε θα τη θυμόσουν μια στιγμή αργότερα ακόμα κι αν το προσπαθούσες. Απαρατήρητη περνούσε πάντα, σαν αόρατη να γεννήθηκε. Κι όμως, αν έκανες τον κόπο να τη γνωρίσεις ίσως κάτι να σου ‘μενε από εκείνη να θυμάσαι. Κάτι μικρό ίσως, ελάχιστο, μα κάτι σίγουρα υπήρχε.

Στη ζωή της ως τώρα ελάχιστους ανθρώπους μπόρεσε να εμπιστευθεί, ν’ ανοίξει την καρδιά και την ψυχή της, κι απ’ αυτούς ελάχιστοι ήταν εκείνοι που την εμπιστοσύνη της δεν πρόδωσαν. Φίλους, απ’ τα παιδικά της χρόνια, να κρατήσει δε μπόρεσε, όσο για τα χρόνια που ακολούθησαν, ναι, κάπως έτσι συνέχισε… Μπόρεσε όμως να ερωτευθεί, μπόρεσε ν’ αγαπήσει, αν και, τις περισσότερες φορές, ήταν με λάθος άνθρωπο. Κάπως έτσι είχε κυλήσει η ζωή της, γεμάτη πίκρα, όνειρα ανεκπλήρωτα και καταστάσεις φρικτά δύσκολες, ως τη στιγμή που αποφάσισε να βγάλει από μέσα της όσα για χρόνια την έπνιγαν στερώντας της την ευτυχία που αναζητούσε.

Μια νύχτα σαν και την αποψινή ήταν όταν η ψυχή της μορφή πήρε, μια νύχτα σκοτεινή, τρομακτικά μοναχική. Έκλαψε εκείνη τη νύχτα πολύ και τα δάκρυα μελάνι έγιναν αποτυπώνοντας κάθε της συναίσθημα σ’ ένα κομμάτι λευκό χαρτί. Για τη μοίρα έγραψε, εκείνη που τόσο σκληρά της είχε φερθεί κάθε στιγμή της ζωής της, και για τη μοναξιά που δεν μπορούσε να πάψει να αισθάνεται.

Το γραπτό αυτό ακολούθησαν κι άλλα με τη σειρά τους, όλα βουτηγμένα στο σκοτάδι που την τύλιγε μα και με μια κρυφή ελπίδα πως τα πάντα θ’ αλλάξουν κάποτε. Κι ήταν εκείνα τα γραπτά η αφορμή ν’ ανοίξει τα φτερά που μέσα της έκρυβε και να δοκιμάσει ξανά να ονειρευτεί, να πετάξει. Αφορμή στάθηκαν και για όσους αγνοούσαν την ύπαρξή της να κοιτάξουν λίγο καλύτερα προς το μέρος της και, κάποιοι από αυτούς, να έχουν πλέον κάτι να θυμούνται από εκείνη.

Ταξιδεύοντας στις λέξεις η ζωή της είχε αποκτήσει νόημα, μα όχι εκείνο που την ύπαρξή της θα έκανε ν’ αξίζει. Οι μέρες περνούσαν, τα συναισθήματα γνώριζαν πια το δρόμο προς τα έξω, δε την έπνιγαν πια, μα η μοναξιά, πάντα εκεί, αγέρωχη σύντροφος σε κάθε της στιγμή.

Ο καιρός που πέρασε πολύς δεν ήταν όταν, χάρη στα όσα έγραφε, συνάντησε εκείνον… Μέσα απ’ τις λέξεις τη γνώρισε όταν έτυχε να διαβάσει όσα για ένα ταξίδι έγραψε, ένα ταξίδι που ποτέ δεν κατάφερε εκείνη να κάνει, μα πάντα ονειρευόταν. Μέσα απ’ τις λέξεις τις δικές της είδε εκείνος κομμάτια του εαυτού του να καθρεπτίζονται μπροστά του κι ευχήθηκε να μπορούσε ν’ αντικρίσει εκείνη, που μέσα του να μιλήσει κατάφερε, τόσο απλά μα και τόσο δυνατά. Κι ήταν εκείνη η ευχή που μέσα της άκουσε και δύναμη της έδωσε να δοκιμάσει να του μιλήσει, δίχως μελάνι και χαρτί, με τη φωνή της μόνο.

Μοναχικός κι εκείνος, πληγές μετρούσε και τρόπους να τις επουλώσει έψαχνε. Στα σύννεφα συχνά την ψυχή του ταξίδευε γυρεύοντας έν’ άγγελο μαζί για να πετάξουν. Της ζωής του η πορεία κοινή με τη δική της έμοιαζε να είναι. Οι σκέψεις, οι πόθοι κι όλα όσα ονειρεύτηκε ποτέ, όλα μ’ εκείνη ταίριαζαν… κι αφέθηκε σε όσα ένιωσε από την πρώτη στιγμή, αφέθηκε και την αγάπησε. Στο πρόσωπό της τον άγγελο, αυτόν που αναζητούσε, αντίκριζε, στη φωνή της τον ήχο της θάλασσας, που τόσο λάτρευε, άκουγε. Μα και για ‘κείνη κομμάτι του εαυτού της ήταν, το μισό που έλειπε όταν ολόκληρη να νιώσει δε μπορούσε, η ανάσα που ζωή της έδωσε, ο ουρανός που λαχταρούσε να πετάξει.

Αλλά η μοίρα πότε και σε κανένα δε χαρίστηκε… Η ζωή του καθενός καταστάσεις δύσκολες γεμάτη, η απόσταση μεγάλη ανάμεσά τους, οι στιγμές που ονειρεύονταν, όντας χαμένοι και οι δυό σε μια αγκαλιά, λιγοστές… μα η αγάπη που τους έδεσε, δυνατή, μαζί τους κράτησε, πέρα από κάθε δυσκολία, πέρα από κάθε εμπόδιο. Μαζί κατάφεραν την απόσταση να εκμηδενίσουν και, μαζί, να κάνουν εύκολα όλα όσα, για τους άλλους, δύσκολα είναι.

Το σκοτάδι βαθύ απόψε μοιάζει στην ψυχή της, βαθύ και παγερό. Κι ας είναι το φεγγάρι ολόγιομο, κι ας είναι η νύχτα σαν απ’ την καρδιά του καλοκαιριού βγαλμένη. Της μοναξιάς η παγωνιά τα σωθικά της τρώει και η σιωπή… η απουσία της φωνής του… πονάει η σιωπή. Απόψε που η πραγματικότητα βίαια στο όνειρο εισβάλει όλα δυσκολότερα μοιάζουν και οι αντοχές στα όριά τους φτάνουν.



“Καπνός τυλίγει το κορμί μου…
Σιωπή που δεν επέλεξα τις αισθήσεις μου σκοτώνει…
Η απουσία σου πλήρης…
Και τ’ όνειρο κομμάτια μακριά σου…

Στο σκοτάδι της ψυχής μου βυθίζομαι…
Νύχτα ψυχρή…
Ξανά μόνη…
Πάντα μόνη…

Τα μάτια να κλείσω δε θέλω…
Αν θα τα κλείσω όνειρα θα κάνω…
Όνειρα καταδικασμένα σε θάνατο με της αυγής το πρώτο φως…

Ν ’ αργήσει δε μπορεί το ξημέρωμα…
Πλησιάζει ο θάνατος…
Κρυφτείτε όνειρά μου…
Αν θα χαθείτε μαζί σας θα χαθώ κι εγώ…

Μια λέξη μόνο…
Μια σου λέξη κι όλα φωτεινά θα γίνουν πάλι…
Μίλα μου…”

Η νύχτα κυλά, ξημερώνει, σε λίγο όλοι θα ξυπνήσουν. Σε ένα σπίτι μόνο, κάπου μακριά, στην άκρη της πόλης, κάποιος να κοιμηθεί δε μπόρεσε. Μια γυναίκα, από εκείνες που εντυπώσεις δεν αφήνουν, με συντροφιά τη μοναξιά και το σκοτάδι, έκλαψε απόψε. Έκλαψε και το δάκρυ της μελάνι έγινε, ακόμα μια φορά, και σε λευκό χαρτί για την αγάπη έγραψε… και για εκείνον, που η σιωπή τον τύλιξε απόψε…

Σάββατο 12 Απριλίου 2008

Δυό μέρες μόνο...

Όταν ο ήλιος θα πάψει ν' ανατέλει...



Στάθης Αρτινός

Οι άγγελοι μαθαίνουν να πετάνε...



Στάθης Αρτινός

Επίλογος...




Στάθης Αρτινός

Μοναξιά μου...

Πάλι βρέχει...




Πάλι βρέχει…
Της καταιγίδας οι κραυγές πόνο σταλάζουν μέσα μου…
Η μοναξιά που μου ‘λαχε ξανά με τυραννάει…

Όνειρα που μ’ ανοιχτά τα μάτια κάνω…
Εφιάλτες που τον ύπνο βασανίζουν…
Την απουσία δε μπορώ ν’ αντέξω…

Στης αγκαλιάς σου τη φωτιά αφέθηκα…
Στη φλόγα της ξαναγεννήθηκα…
Σ’ ένα παράδεισο μαζί σου πέταξα…

Αγγελικά φτερά κρυμμένα στην ψυχή σου…
Σύννεφο λευκό τυλίγει το κορμί σου…
Κι εγώ, χαμένη στη μορφή σου…

Δε μιλώ πια…
Τη σιωπή μου σου χάρισα…
Εκείνη που ανάγκη έχεις…

Δε διεκδικώ πια…
Σε μια γωνιά θα περιμένω…
Να με λυτρώσεις…

Όταν τα όνειρα κουράγιο θ’ αποκτήσουν…
Όταν η δύναμη θα μας δοθεί…
Φως θα γενεί το κάθε μας σκοτάδι…

Θα περιμένω…
Ένα χαμόγελο…
Μια λέξη…

Ένα φιλί…
Μια αγκαλιά…
Θα περιμένω…

Την ψυχή μου παραδίδω στα χέρια σου…
Το πνεύμα μου δικό σου πάντα…
Κι όλα τα όνειρα χαλάλι σ’ εσένα που λατρεύω…

Πάλι βρέχει…
Σ’ αγαπώ…

Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

Να καούν..



ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΕΑ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΟΥ
ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ΠΟΥ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΝΑ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕΙ
ΣΕ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ

ΣΕ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΛΟΓΙΑ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΣΤΑΜΑΤΗ ΜΕΣΗΜΕΡΗ
ΦΩΝΕΣ :
ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ΤΖΕΝΗ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΤΑΝΙΑ ΚΙΚΙΔΙ,
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ,
ΜΕΛΙΝΑ, ΛΥΔΙΑ, ΕΥΓΕΝΙΑ
ΗΧΟΣ segno STUDIO
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ


ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΜΠΡΟΣ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΣ ΑΚΟΥΜΠΩ...

Οι σκέψεις γίνονται λέξεις και ξεχύνονται σαν άγρια άλογα που ελεύθερα καλπάζουν σε καταπράσινα λιβάδια...
Θεατής, ανήμπορος να τα ελέγξω, εγώ...
Το ποδοβολητό τους αισθάνομαι στο στήθος μου μέσα κάθε φορά που μια γραφή ολοκληρώνεται...
Παίρνει ζωή, οργανισμός αυτόνομος, μοναδικός...
Αναμνήσεις ενός μελλοντικού ονείρου...
Ξεκομμένο από κάθε παρελθόν ή παρόν...
Ικανό να προσφέρει τον Παράδεισο μέσα από της Κόλασης τις φλόγες...
Την ψυχή μου μπρος στα μάτια σας ακουμπώ...
Απόψε...

Page copy protected against web site content infringement by Copyscape
Blog Widget by LinkWithin