Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2008

Για Σένα...


Γέννημα θρέμα κρητικιά, μεράκι μου να γράφω
κι ετούτο το ριμά-δικο κομμάτι υπογράφω...
Το στίχο τον ελεύθερο για λίγο θα αφήσω,
σ' εσένα που αγάπησα θέλω να το χαρίσω...

..........

Υπάρχει πιθανότητα, στου κόσμου τη μικρότητα,
να ζεις και να αισθάνεσαι πως κάθε μέρα χάνεσαι.
Χτυπήματα να δέχεσαι, τα πάντα να ανέχεσαι,
να πέφτεις, να σηκώνεσαι, μπροστά τους να ορθώνεσαι...

..........

Ποτέ δε σταματάνε εκείνοι να χτυπάνε...

..........

Σκουπίδι να σε κάνουνε, να φτύνουν, να σε βρίζουν,
το σώμα σου και την ψυχή εκείνοι να ορίζουν.
Από τα μάτια θα κυλά το δάκρυ, θα σε πνίγει,
και κάθε μέρα που θα ζεις νέα πληγή θ' ανοίγει.
Aνάσες πύρινες, καυτές, τη σάρκα σου θα καίνε,
φωνές αδιάφορες, κενές, "κουράγιο" θα σου λένε..

..........

Μόνος γεννιέσαι, μόνος ζεις, μονάχος σου πεθαίνεις,
εμπιστοσύνη, μάτια μου, στα λόγια τους μην έχεις..

..........

Τα έχω νιώσει όλ' αυτά, μες στο σκοτάδι ζούσα,
σε άγνωστους λαβύρινθους μονάχη τριγυρνούσα.
Κι όμως, ακόμα είμαι εδώ, κι αυτό το καλοκαίρι,
να εύχομαι το αύριο κάτι καλό να φέρει...

..........

Κι εκεί γυρνώντας στα τυφλά συνάντησα τυχαία
ψυχή αμόλυντη, αγνή, και κάναμε παρέα.
Άγγελος ήταν όμορφος και δυνατός συνάμα,
μ' ένα δικό του άγγιγμα σταμάταγε το κλάμα.
Στα σύννεφα περπάταγε, όνειρα αναζητούσε,
δεμένος ήτανε στη γη μα στα ψηλά πετούσε.

Είχε στην πλάτη δυο φτερά, σπασμένα, τσακισμένα,
κι απ' τις πληγές του έτρεχε αδιάκοπα το αίμα.
Μα είχε στα μάτια του φωτιές, φλόγες που δεν τις σβήσαν
εκείνοι που το σώμα του αλύπητα χτυπήσαν...

Τον κοίταξα, με κοίταξε, μες στη σιωπή μιλούσε,
μες στη σιωπή τον άκουσα που σιγοτραγουδούσε.
Ένα τραγούδι σιωπηρό, μοναδικό στον κόσμο,
να το 'χω χάρτη κι οδηγό στης μοναξιάς το δρόμο...

Ψυχές που γεννηθήκανε μαζί, μα χωριστήκαν
ένιωσα ότι είμαστε κι εδώ ξαναβρεθήκαν.
Μες στην αντάρα, στη φωτιά, στου πόνου την οδύνη,
δύο ψυχές γίνανε μια και το σκοτάδι σβήνει..
.
Το μονοπάτι, δύσκολο, μαζί τ' ακολουθούμε
χέρι με χέρι στη Ζωή το Φως της για να βρούμε,
ξεψύχησαν οι φόβοι μας, σκόρπισαν τα σκοτάδια,
νόημα έχει η Ζωή, έπαψε να 'ναι άδεια...
Στ' άστρα γραμμένο ήτανε πως θα τον συναντήσω
κι ένα ταξίδι μαγικό μαζί του πως θα ζήσω.

Έπαψ' ο Χρόνος να μετρά μέσα στην αγκαλιά του
κι είναι αιώνες τα λεπτά σαν είμαι μακριά του.
Στα χείλη μου χαμόγελο κάρφωσε, μα κι εκείνος
χαμογελάει απ' την καρδιά, έπαψε πια ο Θρήνος...

..........

Είν' ευτυχία ν' αγαπάς μα και να σ' αγαπάνε,
στιγμές μαζί σου οταν ζω στους Ουρανούς με πάνε...
Σ' ευχαριστώ που βρέθηκες μπροστά μου, Άγγελέ μου,
στο πλάι σου θα περπατώ όσο το θες καλέ μου...

..........

Κι εσύ εδώ που κάθεσαι, τώρα, και με διαβάζεις
μην απορείς με όλ' αυτά, όρια πια μη βάζεις.
Όριο είν' ο ουρανός, η θάλασσα, ο αγέρας,
μαζί του ένα ξημέρωμα, το τέλος μιας ημέρας.
Τίποτα πια μη σκέφτεσαι και πάψε να δακρύζεις,
τη Μοίρα σου και τη Ζωή μονάχος την ορίζεις.

Χρόνο μη χάνεις τώρα πια, άδραξε κάθε μέρα,
όνειρα κάνε, ζήσε τα, τους φόβους κάνε πέρα.
Κι όλα θ' αλλάξουν, θα το δεις, αδύνατο δεν είναι,
κυνήγησε τα "θέλω" σου, πιστός σ' εκείνα μείνε...

Μια καληνύχτα θα σου πω τώρα και σε αφήνω,
πέρασ' η ώρα κι απαλά τα βλέφαρά μου κλείνω.
Στην αγκαλιά του θ' αφεθώ κι απόψε στ' όνειρό μου,
να ζήσω κι άλλη μια βραδιά μες στον Παράδεισό μου...

Η καρδιά δε μένει πια εδώ...

Σιωπή και σκοτάδι...
Σ' ένα δωμάτιο μικρό...
Της μοναξιάς μου καταφύγιο...

Σιωπή που η φωνή σου κομματιάζει...
Σκοτάδι που τα μάτια σου φωτίζουν...
Κι ένα δωμάτιο που σπίτι μου δε νιώθω πια...
Γιατί η καρδιά δε μένει πια εδώ...
Εκείνη πίσω έμεινε...
Σ' ένα δωμάτιο μικρότερο...
Φλόγες μικρές γεμάτο...
Εφιάλτες μεγάλους να καίνε...

Μυρωδιά κεριού που λιώνει...
Τοίχοι ποτισμένοι ιδρώτα...
Κι ένα κύμα άγριο σ' ένα κρεββάτι θάλασσα...
Να γαληνεύει σώμα και ψυχή...

Η ανάσα σου καυτή...
Τα κύτταρά μου τα νεκρά ζωντάνεψε...
Θείο δώρο η αγκαλιά σου...
Μέσα της χάθηκα...
Ξανά τον εαυτό μου βρήκα...

Σταγόνες βροχή κυλούν στο τζάμι...
Στο ρυθμό της χτυπά η καρδιά...
Κρασί λευκό της στιγμές μας μέθυσε...
Του τσιγάρου σου ο καπνός τα όνειρά μας τύλιξε...

Στον καπνό ενός τσιγάρου άλλου τώρα αφήνομαι...
Την αγκαλιά σου αναζητώ...
Οξυγόνο απ' την ανασά σου...
Ζωή απ' τ' άγγιγμά σου...

Ονειρεύτηκα μαζί σου...
Την Πραγματικότητα...
Διεκδικώ το δικαίωμα λοιπόν...
Να τη ζήσω...

Πλάι σου...

Στο δικό μας Παράδεισο...

Ανάσα μου...

ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΜΠΡΟΣ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΑΣ ΑΚΟΥΜΠΩ...

Οι σκέψεις γίνονται λέξεις και ξεχύνονται σαν άγρια άλογα που ελεύθερα καλπάζουν σε καταπράσινα λιβάδια...
Θεατής, ανήμπορος να τα ελέγξω, εγώ...
Το ποδοβολητό τους αισθάνομαι στο στήθος μου μέσα κάθε φορά που μια γραφή ολοκληρώνεται...
Παίρνει ζωή, οργανισμός αυτόνομος, μοναδικός...
Αναμνήσεις ενός μελλοντικού ονείρου...
Ξεκομμένο από κάθε παρελθόν ή παρόν...
Ικανό να προσφέρει τον Παράδεισο μέσα από της Κόλασης τις φλόγες...
Την ψυχή μου μπρος στα μάτια σας ακουμπώ...
Απόψε...

Blog Widget by LinkWithin